
Πέτρα...

Ψαλίδι...

Μολύβι-Χαρτί...
“ΚΑΙ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ, ΤΙ ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΑΙΔΕΙΑ; ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ, ΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟ ΔΙΠΛΩΜΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ, ΠΟΥ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΓΑΜΟ, ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΚΙ ΑΚΙΝΗΤΟ, ΜΕ ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΟΥ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΘΕΝΤΟΣ; Ή ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΔΙΑΠΛΑΣΗ ΕΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΜΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΙ ΟΝΕΙΡΙΚΗΣ ΔΟΜΗΣ, ΜΕ ΑΓΩΝΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΙΠΤΑΜΕΝΗΣ ΦΥΓΗΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΣΤΡΑ;” Μ.ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ευχαριστούμε Slipknot που ήσαταν Ελλάδα. Πολύ σας ευχαριστούμε.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα παίρνοντας διάφορα.
Ερωτεύτηκα παράφορα στα 18,
ξενέρωσα, όταν έχασα τον άνθρωπο αυτό.
Είναι ακόμα στη ζωή, για μένα είναι σαν νεκρή.
Σκληρό; Δεν ξέρω, έτσι το αισθάνομαι,
Ένοιωθα να χάνομαι, όμως να μην μάχομαι,
γα την δική μου πάρτη, όπως έκανα παλιά,
Και όταν πλέον θυμάμαι την δική της αγκαλιά, βάζω τα γέλια.
Πως ήταν δυνατόν, να βάζω εκείνη πάνω από τον ίδιο μου τον εαυτό;
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν την λάτρεψα ή αν την μίσησα,
όμως μπορώ να πω, στο τσακ δεν αυτοκτόνησα,
για μία αρχιτεκτόνισσα -κοσμοπολίτισσα. Μήπως πρέπει να ντραπώ;
Μήπως πρέπει αλλιώς το θέμα αυτό να χειριστώ;
‘Η μήπως έπρεπε από την αρχή να μυριστώ, ότι η υπόθεση βρωμάει,
είμαι κεφάλι αγύριστο, όμως παραβρωμάει. Κατάλαβα πως πάει.
Συμπορευόμαστε, αγαπιόμαστε, γαμιόμαστε, κρατιόμαστε μαζί, ώσπου αρχίζει η ανατροπή.
Ποιος είμαι εγώ; Ποια είσαι εσύ;
Στην δική μου άρνηση, εσύ κατάφαση.
Και στην δική μου κατάφαση, η άρνηση είναι δική σου.
Και ούτω καθεξής. Την συνέχεια μπορείς να προβλέψεις.
Ήταν απλά κάποιες σκέψεις, θολές και αφηρημένες από τον ίδιο μου τον εαυτό, ήταν επικηρυγμένες.
Και αν είπα κάτι που δεν περίμενες, δεν αλλάζει.
Δεν ξέρω αν είναι μίσος ή αγάπη αυτό που με σκεπάζει.
Κάθε βράδυ, στο σκοτεινό μισό, ψάχνω να βρω την θέση σου και να την κάψω,
Αλλιώς δεν θα πάψω να σκοντάφτω πάνω σου, όμως δεν είσαι πια αυτή.
Η θέση είναι φανταστική. Όλα είναι εκεί στο μυαλό, κάθε φορά που θα σε φέρω,
δεν χαίρω, δεν θέλω, ούτε να σε ξέρω.
Κατά βάθος σε μισώ, όμως κάποιες φορές κολλάω και νομίζω το αντίθετο.
Έκπτωτος Άγιος.
Το χαζοπούλι στην αυλή βρήκε ένα ψίχουλο εκεί
στα χιόνια απ' το πρωί και το τσιμπάει...
Την παγωμένη μου καρδιά έτσι όπως πέφτει από ψηλά
το χιόνι τη σκεπάζει όσο πάει...
Κι αναρωτιέμαι απ' το πρωί, μα τι ζωή είναι αυτή;
Όσο της δίνω, άλλο τόσο μου ζητάει...
Κι ακούγεται από την αυλή μια "τσιριτρό" μια "τσιριτρί"
το χαζοπούλι με κοιτάζει και γελάει...
Μπορεί στ' αλήθεια "τσιριτρό" να πεί: "όλοι με λέν' χαζό,
γιατί όποιος στήσει την παγίδα του με πιάνει"...
Κι ίσως σημαίνει "τσιριτρί": "εγώ είμ' ένα χαζό πουλί,
εμένα ο ουρανός αυτός μου φτάνει"...
Έχει καθίσει στην αυλή μέσα στα χιόνια απ' το πρωί
στα χιόνια απ' το πρωί και με κοιτάει...
Η παγωμένη μου καρδιά έχει θαφτεί πολύ βαθιά
όμως, ακόμη την ακούω να χτυπάει...
Τι χαζοπούλι είν' αυτό; Όλο κοιτάει στο κενό
τον παγωμένο ουρανό και τιτιβίζει...
Κι ακούγονται από μακριά οι φίλοι του κάτι πουλιά
σε λίγο ίσως πάψει να χιονίζει...